Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Ο βαθύτερος λόγος πίσω από την ανάγκη για σεξουαλική ένωση





«Ένα από τα συχνά ερωτήματα μου ήταν ο βαθύτερος λόγος πίσω από την ανάγκη για σεξουαλική ένωση με το άλλο φύλο. Η επιφανειακή, βιολογική, εξήγηση δεν ήταν δυνατό να με ικανοποιήσει γιατί ένοιωθα ότι πίσω από αυτήν κρύβονταν άλλες, βαθύτερες ανάγκες. Και ήθελα να εξετάσω το ζήτημα στη ρίζα του. Έπειτα από συνεχή εμβάθυνση και συνειδητότητα είχα ανακαλύψει ότι η αιτία που σπρώχνει τον άνθρωπο σε σεξουαλική επαφή με το άλλο φύλο δεν ήταν το σώμα, οι ορμόνες. Παρατήρησα ότι οι ορμόνες υπερλειτουργούσαν μόνο όταν ερεθίζονταν από λεπτότερους και βαθύτερους παράγοντες. Ο κύριος από αυτούς, ήταν η ανάγκη του ανθρώπου να καταλύσει τη μόνωση, τη χωριστικότητά του.

Όσοι δεν έχουν αναπτυγμένη Συνειδητότητα δεν παίρνουν είδηση την αίσθηση της μοναξιάς, του κενού, της ματαιότητας της ζωής και το μόνο που αντιλαμβάνονται είναι ότι τα γεννητικά τους όργανα είναι φορτισμένα με ενέργεια που απαιτεί εκτόνωση. Αλλά αυτό είναι το τελικό στάδιο σε μια αλυσίδα πολύ λεπτών διεργασιών που αρχίζουν από τον ψυχικό και νοητικό χώρο. Η μόνωση, η έλλειψη επικοινωνίας, επαφής ή αγάπης μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην τρέλα. Δεν είναι φτιαγμένος για τη μόνωση. Όλο του το είναι, όλος ο εσωτερικός μηχανισμός του τον ωθεί προς την ένωση με τους άλλους. Και αυτή η ώθηση πιέζει το σώμα, που εκκρίνει ορμόνες σε αφθονία και αυτές ζητούν σωματική ένωση με το άλλο φύλο.

Για όσους, όμως, έχουν αναπτυγμένη Συνειδητότητα, η εσωτερική παρόρμηση που προκαλεί την σεξουαλική ετοιμότητα για ένωση, τους είναι καθαρή σαν καθρέπτης. Αυτοί , όμως, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν με μια φευγαλέα σωματική επαφή. Η αίσθηση της μοναξιάς τους, τους είναι πολύ συνειδητή για να ξεγελαστούν τόσο εύκολα όπως η πλειοψηφία των ανθρώπων. Ζητούν λοιπόν μια διαρκέστερη ένωση και αυτή την ένωση την επιδιώκουν με το συναίσθημα.

 Όταν όμως αντιληφθούν ότι το συναίσθημα μπορεί να σε ξεσχίσει από τον πόνο και τη σύγκρουση, τότε καταφεύγουν σε άλλου είδους ενώσεις. Ενώσεις νοητικές, συντροφικές. Αλλά κι εδώ χρειάζεται ομοιογένεια, διαφορετικά ακολουθεί σύγκρουση. Το αίτημα, όμως, για μια τέλεια, ιδανική και απόλυτη ένωση και επικοινωνία παραμένει. Συχνά, από απόγνωση, ξαναπέφτει κανείς στις χαμηλότερες μορφές ένωσης, στο συναίσθημα και στο σεξ, γιατί δεν έχει ανακαλύψει κάτι άλλο. Έπειτα το σεξ είναι η πιο εύκολη διαφυγή και η πιο ανώδυνη. Το κακό είναι ότι διαρκεί πολύ λίγο και δεν ικανοποιεί τα βαθύτερα στρώματα του ανθρώπου που απαιτούν κι αυτά ένωση.

Μπορεί κανείς να έχει σεξουαλική ένωση με πολλά πρόσωπα του άλλου φύλου γιατί πολλά από αυτά μπορούν να πληρώσουν την ανάγκη της ένωσης στο σωματικό επίπεδο. Υπάρχει ευρύ πεδίο εκλογής. Αν μεταφερθεί, όμως, κανείς στο συναίσθημα, ο κύκλος στενεύει. Ό,τι κερδίζεται σε διάρκεια, ένταση, ομορφιά, με λίγα λόγια σε ποιότητα, χάνεται σε ποσότητα γιατί δεν μπορεί κανείς να επιτύχει συναισθηματική επαφή με πολλούς. Ανεβαίνοντας από το συναίσθημα στο νοητικό πεδίο, ο κύκλος στενεύει περισσότερο. Η ένωση κερδίζει σημαντικά σε ποιότητα, αλλά ο αριθμός των ανθρώπων που μπορούν να ελκύσουν μ’ αυτόν τον τρόπο είναι μικρός. Αν τώρα ο άνθρωπος δεν ικανοποιηθεί ούτε και με τη διανοητική ένωση, γιατί κι αυτή δεν είναι απόλυτη, τότε ίσως περάσει σε περιοχές πέρα και επάνω από τη διανόηση και εκεί ίσως επιτύχει την απόλυτη ένωση που επιθυμεί. Ναι αλλά τότε θα έχει εισέλθει σε καθαρά πνευματικές περιοχές και τα κίνητρά του θα έχουν υποστεί ριζικές αλλαγές.»



Απο τον εγωκεντρισμό στην καθαρή συνειδητότητα







Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Περί μετενσάρκωσης



Κατά τη διάρκεια της αυτοανάλυσής της, η Σοφία μπήκε στη διαδικασία να στραφεί προς την παιδική και την εφηβική της ηλικία και να θυμηθεί αλλά και να ερμηνεύσει την ωριμότητα της παιδικής της ηλικίας. Την απασχόλησε αρκετά το γεγονός ότι υπήρξαν σαφή σημάδια που «προδίδουν την κατεύθυνση που αργότερα θα ακολουθούσε το είναι της». Σημάδια που σαφέστατα δεν οφείλονταν σε κληρονομικότητα, ούτε σε επιδράσεις του περιβάλλοντός της. «Αυτό το παιδί δεν είναι παιδί. Είναι χιλιόχρονη μέσα της», είχε πει μια δασκάλα της στη μητέρα της. Σε τι μπορεί να οφείλεται αυτό το γεγονός; Η Σοφία φαίνεται πως δεν επαναπαύτηκε υιοθετώντας την θεωρία της μετενσάρκωσης, όπως τόσοι άλλοι. Όχι της προσωπικής μετενσάρκωσης, για να είμαστε πιο ακριβείς.


Διαβάστε εδώ αυτό το απόσπασμα που πιστεύω πως αποτελεί εξαιρετική τροφή για σκέψη, όχι μόνο για το θέμα της μετενσάρκωσης, αλλά και για την νύξη, στο τέλος του αποσπάσματος, σχετικά με τη μετάβαση από ένα πυκνότερο ενεργειακό επίπεδο σε ένα πιο λεπτό.






«Είτε τυχαία, είτε σύμφωνα με κάποιο κοσμικό νόμο, η ενέργεια που ελευθερώνεται από τα πλάσματα την ώρα του θανάτου τους, διοχετεύεται στον γενικό ταμιευτήρα της ενέργειας από την οποία δημιουργούνται νέα όντα. Επομένως, σε ορισμένες περιπτώσεις, γεννιέται ένα ον με μεγάλο ποσοστό ενέργειας από τον γενικό ταμιευτήρα. Αυτό το είδος της ενέργειας είναι πολύ ισχυρότερο από την ενέργεια της κληρονομικότητας και γι αυτό επικρατεί. Χωρίς, ωστόσο, αυτό να σημαίνει ότι το νέο ον είναι μια νέα μορφή ενός καθορισμένου όντος που είχε ζήσει πρωτύτερα. Απλούστατα, όλοι μας είμαστε προϊόντα απειράριθμων ενεργειών που αποδεσμεύονται με τον θάνατο ανθρώπων που χαν ζήσει πριν από μας.

Αν, λοιπόν, την ώρα της σύλληψης, η σύνθεση από ενέργεια που εισέρχεται στο νέο ον είναι αρκετά λεπτή και πτητική, θα καθορίσει τη ζωή του. Ασφαλώς, η λεπτή ενέργεια τυλίγεται σε ένα περίβλημα πιο πυκνής ενέργειας που βρίσκεται σε αφθονία στον κόσμο. Αλλά επειδή ο πυρήνας από λεπτή ενέργεια είναι ταχύς, πτητικός, φωτεινός, ισχυρός, δεν μπορεί να μείνει ικανοποιημένος μέσα στο κέλυφός του από πυκνή ενέργεια, οπότε αρχίζει μια διαμάχη. Η κατάληξή της εξαρτάται από τα ποσοστά της λεπτής ενέργειας που διαθέτει το κάθε ον.

Η κατανομή της λεπτής ενέργειας δεν είναι ομοιόμορφη. Μερικά άτομα παίρνουν πολύ λίγη. Επομένως, ζουν σχεδόν πάντα μέσα στην πυκνή ενέργεια χωρίς ποτέ να βιώσουν μια εσωτερική αλλαγή σε δυο ενεργειακά επίπεδα. Το μόνο που βιώνουν είναι η σύγκρουση μέσα στην πυκνή ενέργεια. Ορισμένοι άνθρωποι δεν διαθέτουν αρκετή λεπτή ενέργεια ώστε να νικήσουν τις πυκνότερες ενέργειες και να τις μεταστοιχειώσουν σε λεπτή. Επόμενο είναι, λοιπόν, τα άτομα αυτά να αιωρούνται ανάμεσα σε δυο πόλους, να μην είναι ολοκληρωτικά δοσμένα ούτε στην πιο πυκνή ενέργεια ούτε στην λεπτή.

Τελικά, υπάρχουν άλλοι με αρκετά ισχυρό πυρήνα από λεπτή ενέργεια που δεν τους αφήνει ούτε στιγμή ήσυχους. Γίνεται βασανιστικός, μια τυραννική φωνή, που ασταμάτητα τους ωθεί να μετουσιώσουν και να μεταστοιχειώσουν τις πυκνότερες ενέργειές τους σε απόλυτα λεπτή ενέργεια. Μόνον αυτά τα άτομα είναι βέβαιο ότι θα βγουν νικητές στο τέλος.

Επομένως, τα πράγματα καθορίζονται από τη γέννηση – καλύτερα από τη σύλληψη – και αν έχουν κάποια σύνδεση με παλιότερες ζωές, δεν είναι με την έννοια της μετενσάρκωσης ενός ορισμένου ατόμου. Τα πάντα εξαρτώνται από τη λεπτότητα της διαθέσιμης ενέργειας όταν συλλαμβάνεται ένα ανθρώπινο ον. Αν υποτεθεί ότι μειώνεται προσωρινά το απόθεμα της λεπτής ενέργειας, τότε τα όντα που θα γεννηθούν εκείνη την περίοδο θα δεχτούν μεγαλύτερο ποσοστό πυκνής ενέργειας και πολύ μικρό ποσοστό λεπτής ενέργειας που ασφαλώς δεν θα μπορεί να επιβάλει το βέτο της.

Η παραπάνω σύλληψη καταργεί την ιδέα της προσωπικής μετενσάρκωσης. Έχει να κάνει με καθαρή, απρόσωπη ενέργεια διαφορετικών βαθμών πυκνότητας ή λεπτότητας στους ποικίλους συνδυασμούς της. Ο κάθε βαθμός λεπτότητας ή πυκνότητας ενέργειας έχει τις δικές του εκφράσεις και λειτουργίες και αν δεν μεταστοιχειωθεί, με μεγάλη προσπάθεια, στον επόμενο βαθμό λεπτότητας, δεν μπορεί να σημειωθεί καμιά αλλαγή. Τα πάντα θα συνεχίσουν να κινούνται σύμφωνα με τους νόμους που διέπουν τον κάθε βαθμό πυκνότητας ή αραίωσης.

Όταν ανεβαίνουμε από ένα πυκνότερο ενεργειακό επίπεδο σε ένα πιο λεπτό, θα πρέπει να αποφεύγουμε να ενισχύουμε το πυκνότερα επίπεδο με ομοιογενείς εξωτερικές επιδράσεις, για να μην πνίξουμε τη δειλή ανάδυση της λεπτότερης ενέργειας. Για ένα διάστημα, θα πρέπει να απομονωθούμε από εξωτερικές επιδράσεις που ενδεχομένως θα κατέστρεφαν το έργο της μεταστοιχείωσης και να επιστρέψουμε σε αυτές μόνο όταν το λεπτό επίπεδο είναι ισχυρό και γερά κρυσταλλωμένο. Γι αυτό, τώρα που μπαίνω σε μιαν άλλη περιοχή, θα πρέπει να αποφύγω τους ανθρώπους που ανήκουν στην περιοχή την οποία αφήνω πίσω μου. Τουλάχιστον για ένα διάστημα. Μόλις εδραιωθεί γερά μέσα μου το λεπτότερο επίπεδο, τα κατώτερα και πυκνότερα εξωτερικά στρώματα δεν θα βρίσκουν πια τίποτα το όμοιό τους μέσα μου για να ενωθούν μαζί του και να εμποδίσουν την ανάπτυξή μου.»


Ιερός Γάμος  5







Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Ο κύκλος στενεύει




«Τσάκωσα τον εαυτό μου – ποιος τον τσάκωσε; μα η Συνειδητότητα – να αντιδρά βίαια στη σκέψη της μοναξιάς, έστω με τη μορφή μιας μελλοντικής πιθανότητας. Θέλω να εμβαθύνω σ’ αυτό, να το νιώσω τώρα και όχι στο μέλλον. Μπορώ να νιώσω τώρα πως θα είναι όταν θα έχουν κοπεί όλοι οι δεσμοί μου με πρόσωπα, πράγματα και επιδιώξεις που τώρα δεν μ’ αφήνουν να μείνω εντελώς άδεια και μόνη;

Πρώτα απ’ όλα, μπορώ να ανεχθώ την ιδέα ότι θα ‘ρθει μια ημέρα που κανένας άνδρας δε θα υπάρχει πια στον αισθηματικό μου ορίζοντα; Έχω ήδη καταπιαστεί μ ‘αυτό το θέμα και διαπίστωσα πως υποχωρούσα πέρα από τον έρωτα, σε μιαν επικοινωνία σε βαθύτερο επίπεδο. Πράγμα που σημαίνει πως ο πόθος μου για ανθρώπινη επαφή πήρε τώρα την τελική και πιο ισχυρή του μορφή. Τι θα έκανα αν δεν υπήρχε κανείς για να επικοινωνήσω μαζί του; Και μόνο η σκέψη με αρρωσταίνει. Τόσο βαθιά, τόσο οργανική είναι η ανάγκη της σχέσης. Τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει απόλυτα την ανάγκη που νιώθω για ανθρώπινη επαφή. Και καμιά επιφανειακή επαφή δεν μου κάνει. Ο κύκλος μου καθημερινά στενεύει και σύντομα θα ‘ ρθει η στιγμή που η φύση των βιωμάτων μου δεν θα είναι κατανοητή από κανέναν πέρα από τον εαυτό μου. Και τότε θα βρεθώ αντιμέτωπη με τη μοίρα μου, με τη μοναχικότητα, με το γεγονός ότι δεν θα μπορώ πια να μοιραστώ με κανέναν την εσωτερική μου πείρα. Τότε, όταν κανείς δεν θα μπορεί να μπει στο πετσί μου να δει τι γίνεται μέσα μου, θα πρέπει να μάθω να αντέχω την απελπισία που θα πηγάσει απ’αυτό και επίσης να μάθω να εμπιστεύομαι τη μοναχικότητά μου.»


Από τον εγωκεντρισμό στην καθαρή συνειδητότητα




Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Η μεταβατική φύση του εγωκεντρισμού - έπαινοι και επιτιμήσεις



«Το εγωϊστικό μέρος μας – δεν εννοώ το Εγώ – μου δίνει την εντύπωση πως είναι συσπειρωμένο γύρω από ένα κέντρο, που κακώς νομίζουμε πως είναι το Εγώ. Αυτό το κέντρο είναι ενστικτώδες και το κύριο πάθος του είναι η επιβολή επάνω στους άλλους, με κάθε τρόπο. Η επιβολή είναι η ζωή του. Αν δεν επιβληθεί στους άλλους φθίνει, πεθαίνει. Γι αυτό αυξάνει και φουσκώνει με τους επαίνους και γίνεται  έξω φρενών με τις επιτιμήσεις. Θέλει να κάνει υποχείριό του το «Εγώ» για να αποκτήσει πραγματική υπόσταση και να διαιωνίσει τη ζωή του πιο εύκολα.

 Το ό,τι εξαρτάται από τους άλλους, δείχνει τη μεταβατική του φύση. Το ό,τι αυξομειώνεται με τον έπαινο και την κατάκριση, επίσης. Το ό,τι μπορεί να πεθάνει από πείνα αν δεν βρει τρόπο να επιβληθεί, το ίδιο. Αν κανείς το χαλιναγωγήσει αρκετά ώστε να μην επηρεάζεται από την κρίση των άλλων, τότε αρχίζει άλλα τεχνάσματα.

Σε μισο-συνειδητες στιγμές, όταν είναι κανείς αφηρημένος, και δεν ρίχνει τον προβολέα της Συνειδητότητας επάνω του μπορεί να διακρίνει τις απίθανες ιστορίες που υφαίνει μέσα στη φαντασία. Τότε βλέπει κανείς τον εαυτό του να ποζάρει σαν το κεντρικό πρόσωπο ενός έργου, να γίνεται ήρωας, να συγκεντρώνει το θαυμασμό και τους επαίνους των άλλων. Κάνει ό,τι μπορεί, δηλαδή, για να τονώσει τη σπουδαιότητά του, την παρουσία του, την ύπαρξή του, την επιβολή του.

Γι αυτό δεν είναι αυθύπαρκτο από τη φύση του. Αν πέσει ο προβολέας της Συνειδητότητας επάνω του, διαλύει αυτές τις γελοίες πόζες και αν αυτό γίνεται χωρίς διακοπή για κάθε του αυτό-εξυψωτική τάση, τότε αρχίζει να φθίνει. Πράγμα που δείχνει πως η φύση του είναι φθαρτή, θνητή, μεταβατική. Βλέπω καθαρά πως αυτό το πράγμα χαίρεται και λυπάται μόνο αν κάτι το αυξήσει ή το μειώσει, γιατί άλλη σκέψη δε έχει από την επιβίωσή του. Υπάρχουν, όμως, χαρές και λύπες που δεν το αφορούν, που αγγίζουν κάτι άλλο μέσα μας κάτι το απρόσωπο θα έλεγα, αν χαρακτήριζα σαν «προσωπικό» το πρώτο.

Αν πάλι χαρακτήριζα το πρώτο σαν υπ–ανθρώπινο και ενστικτώδες , τότε το δεύτερο θα άξιζε να ονομαστεί γνήσια προσωπικό ή μάλλον ατομικό, γιατί αντιπροσωπεύει την πραγματική ουσία του ανθρώπου. Όταν χαίρομαι λοιπόν, μια όμορφη δύση, μια μεγαλόπρεπη καταιγίδα, μια φεγγαρόφωτη ή αστερόφωτη νύχτα, τη φύση γενικά, δηλαδή κάτι που ούτε αυξάνει ούτε μειώνει εκείνο τον παράγοντα μέσα μου, είναι φανερό πως η ευχαρίστηση αυτή πηγάζει από αλλού.»



Από τον εγωκεντρισμό στην καθαρή συνειδητότητα








Το εγωκεντρικό ζώο (υπάνθρωπος)




Στο παρακάτω απόσπασμα η Σοφία κάνει για πρώτη φορά λόγο για το «ζώο», μια ιδέα που συναντάμε και σε άλλα σημεία του Ιερού Γάμου. Το «ζώο» είναι ουσιαστικά ένα κομμάτι της δομής του ανθρώπου, καθαρά εγωκεντρικό. Ένα κομμάτι υπανθρώπινο. Η δομή που αναφέρει σε αυτό το απόσπασμα είναι η εξής:

Σώμα – ψυχολογικό ζώο – άνθρωπος. 
Αργότερα θα προσθέσει την «πηγή» και πολύ αργότερα τον «άγγελο» (Ιερός Γάμος 5).

Η διαπίστωσή της στην πρώϊμη αυτή φάση είναι ότι το «ζώο» έχει τα ηνία και όχι η ανθρώπινη υπόστασή μας. Επομένως το πρώτο βήμα είναι η συνειδητοποίηση αυτού που συμβαίνει. Βέβαια, η εξέλιξη από το εγωκεντρικό ζώο (υπάνθρωπο) στην ανθρώπινη υπόσταση είναι μια τεράστια διαδρομή, που ελάχιστοι θα καταφέρουν να διανύσουν…




 «Νάτο πάλι, το γνωστό ζευγάρι των αντιθέτων. Είναι εκνευριστικό το πόσο είμαι έρμαιο αυτών των τάσεων. Γιατί να μην μπορώ να βγω από τον τυραννικό κλοιό τους και να τις δω αποταυτισμένη απ’αυτές; Αποταυτισμένη; Τι εννοώ άραγε μ’αυτό;

Απόμεινε σαστισμένη. Είχε αφαιρεθεί εντελώς. Το επίμονο κορνάρισμα ενός αυτοκινήτου, την ξάφνιασε. Λίγο ακόμα και θα την είχε χτυπήσει.

Συνέχισε το δρόμο της ενώ συλλογιζόταν. «Γιατί, στο κάτω κάτω να ενοχλούμαι από ένα νόμο τόσο γενικό, που διέπει όλους τους ανθρώπους και τα ζώα;» Σταμάτησε. «Είπα και τα ζώα; Ναι, αλλά εδώ υπάρχει ένας κόμπος. Τα ζώα δεν εκμεταλλεύονται «ψυχολογικά» τα άλλα ζώα για την ψυχολογική επιβίωσή τους. Πεινούν, τρώνε. Θέλουν να κάνουν έρωτα, κάνουν. Όταν πεινούν κατασπαράζουν ένα άλλο ζώο, όταν θέλουν να κάνουν έρωτα παλεύουν με έναν αντίπαλο και κερδίζουν τη θηλυκιά. Φοβούνται τα δυνατότερα ζώα και προστατεύονται από αυτά με ένα αμυντικό σύστημα. Έτσι, εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους. Ο άνθρωπος όμως, που έχει εξασφαλίσει τη σωματική επιβίωσή του και δεν κινδυνεύει πια από τα θηρία, γιατί έχει διατηρήσει αυτό τον μηχανισμό στην ψυχολογική περιοχή; Γιατί μεταβάλλει τον συνάνθρωπό του σε θύμα ή βορά για να χορτάσει τις ψυχολογικές του ανάγκες; Αυτό μου είναι μυστήριο. Άσε που το βρίσκω εντελώς περιττό και άχρηστο από πάνω. Λες και μέσα στο σώμα του ο άνθρωπος κρύβει ακόμα ένα ζώο της ζούγκλας. Κι αυτός ο νόμος της ζούγκλας επιδιώκει αμείλικτα τους στόχους του μέσα από τον άνθρωπο. Να, λοιπόν, τι δεν μπορεί να ανεχθεί πια το επαναστατημένο τμήμα μου.  Λες κι αυτό δεν ανήκει σε αυτό τον κόσμο. Και ασφαλώς δεν ανήκει, αφού νιώθει άσχημα που κάτι άλλο μέσα μου εκμεταλλεύεται τον Ο. για να χορτάσει την ψυχολογική του πείνα.

Ένα ζώο μέσα μου φωνάζει: Πεινάω και θα σε σπαράξω για να κορέσω την έλλειψή μου. Ή φοβάμαι ότι εσύ θα με κάνεις λεία σου για να κορέσεις τη δική σου πείνα, γι αυτό αμύνομαι ενάντια στην απειλή σου ή αντεπιτίθεμαι. Μέσα μου έχει επιβιώσει αταβιστικά ένα ζώο, που δεν με αφήνει να γίνω άνθρωπος. Θεέ μου τι αποκαλύψεις είναι αυτες; Πέρα για πέρα συντριπτικές. Δεν τις αντέχω.

Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω έτσι,  να αφήνω το εσωτερικό ζώο να κατασπαράζει τα θύματά του. Αλλά τι να κάνω για να το εξημερώσω; Και υπάρχει κανένας δαμαστής μέσα μου για να το χαλιναγωγήσει; Για σκέψου σε τι ψυχολογική ζούγκλα ζούμε οι άνθρωποι. Και επιμένουμε να αποκαλούμαστε άνθρωποι, μόνο και μόνο επειδή τα σώματά μας είναι ανθρώπινα. Θεέ μου τι φρίκη! Μήπως όμως, δεν λεγόμαστε μόνο γι αυτό άνθρωποι; Μήπως υπάρχει μέσα μας και κάτι άλλο, που να μην είναι ζώο; 

Υποπτεύομαι ότι αυτό το κάτι άλλο είναι εκείνο που επαναστάτησε και που νιώθει φρίκη, εκείνο που θέλει να ελευθερωθεί από τα δεσμά του ζώου, να υποτάξει το ζώο και να ζήσει σαν άνθρωπος, δηλαδή χωρίς να χρησιμοποιεί τους άλλους για δικό του χορτασμό. Τώρα μου έρχονται στο νου τα όσα σκόρπια και ασαφή έχω ακούσει για την ανιδιοτελή αγάπη. Αλήθεια, μήπως ο Ο. εννοούσε κάτι τέτοιο τότε που έλεγε ότι εγώ δεν μπορούσα να αγαπήσω επειδή ζητούσα εγγυήσεις, ενώ η αγάπη η είναι ή δεν είναι από την αρχή; Νιώθω σαν αχτίνα από φως να έπεσε στο σκοτάδι μου. Υποπτεύομαι ότι ο Ο. ζει τον άνθρωπο μέσα του, ότι έχει ξεπεράσει το στάδιο του ζώου. Άρα, λοιπόν, αυτό  θα πρέπει να είναι η εσωτερική εξέλιξη. Εξέλιξη από το εσωτερικό ζώο, από το νόμο της ζούγκλας, προς την καθαρά ανθρώπινη περιοχή.

Θεέ μου, τι ανακούφιση που νιώθω τώρα! Και πόσο αλλιώτικα βλέπω τον Ο!  Θαρρώ πως αρχίζω κιόλας να τον αγαπώ όχι πια από την περιοχή του ζώου μέσα μου, αλλά από την αδύναμη ακόμα και μη – αναπτυγμένη ανθρώπινη υπόστασή μου!»

(…)

«Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατό να πάρει τα χαλινάρια το ανθρώπινο στοιχείο. Πώς να είναι αυτό το πάνω. Είπα χαλινάρια. Από την άλλη, μίλησα για ζώο. Χαλινάρια και ζώο. Αυτός που κρατάει τα χαλινάρια δεν είναι, βέβαια, το ζώο, αλλά κάποιος που κυριαρχεί και κατευθύνει το ζώο από μια υψηλότερη θέση. Το ζώο το έχει κάτωθέ του. Ε, λοιπόν, αυτό είναι! Μέχρι τώρα το ζώο με είχε εκείνο κάτωθέ του και με ποδοπατούσε. Έκανε ό,τι εκείνο ήθελε. Και γω νόμιζα ότι τα καμώματά του ήταν ανθρώπινα και ότι αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό, αφού είναι καθολικό φαινόμενο. Σε τι σκοτάδι βρισκόμουνα! Τώρα, όμως, αγανακτισμένη από τα λακτίσματά του, σηκώθηκα και ένιωσα την ανάγκη να το πιάσω από τα γκέμια και να το χαλιναγωγήσω. Να είμαι εγώ αποπάνω κι όχι αυτό. Αρκετά με δυνάστευσε. Τώρα ξύπνησα. Ήρθε η ώρα να πάρω τη θέση που μου ανήκει. Από εδώ και πέρα, θα το κατευθύνω εγώ και όχι αυτό εμένα. Επιτέλους, έβαλα τα πράγματα σε κάποια τάξη. Και ποια είναι αυτή η τάξη;

Σώμα – ψυχολογικό ζώο – άνθρωπος.

Με τη διευκρίνιση ότι έτσι όπως είμαι τώρα, έτσι όπως είναι οι άνθρωποι, γενικά, ο «άνθρωπος» δεν φαίνεται πουθενά. Υπάρχει μόνο το σώμα και το ψυχολογικό ζώο που νομίζει κανείς ό,τι είναι άνθρωπος. Τι φρικτό λάθος, αλήθεια! Το ζώο να περνάει για άνθρωπος! Γι αυτό κανείς δεν σκέπτεται να εξελιχθεί, να αναπτυχθεί πέρα από το ζώο, αφού το πιστεύει για άνθρωπο. Είπα κανείς, αλλά δεν έχω δίκιο, αφού υπάρχουν μερικοί που νιώθουν την ανάγκη για εξέλιξη, έστω κι αν δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη ή τι είναι αυτό που χρειάζεται εξέλιξη μέσα τους. Είπα ότι η καινούρια αναγκαιότητα είναι να πάρω εγώ τα ηνία. Εγώ. Τι σημαίνει εγώ; Έτσι όπως το έθεσα το εγώ δεν είναι άλλο από το ανθρώπινο στοιχείο.  Γιατί, όμως, λέμε νιώθω ανάγκη για αγάπη, για γέμισμα κλπ; Γιατί μιλάμε δηλαδή στο πρώτο πρόσωπο; Μα το είπα κιόλας Είναι επειδή περνάμε το ζώο για άνθρωπο.

Τώρα, όμως, που άρχισα να ξυπνάω, θα πρέπει να λέω: Νιώθω την ανάγκη του ζώου μου για αγάπη ή για οτιδήποτε. Δεν θα πρέπει να μπερδεύω τις δικές του ανάγκες της ζούγκλας με τις δικές μου ανάγκες. Ό,τι είναι ανάγκη για εκείνο, μπορεί να μην είναι καθόλου ανάγκη για μένα. Έτσι, το ζώο γίνεται «εκείνο» και εγώ γίνομαι εγώ. Ένα εγώ που νιώθει, βέβαια, τις παρορμήσεις του ζώου του, αλλά ξέρει να τις ξεχωρίζει από τον εαυτό του. Το ζώο μου έχει, λοιπόν, συναίσθημα, έχει σκέψη, έχει διαίσθηση, ίσως να διαθέτει και έκτη αίσθηση, όπως όλα τα ζώα. Αλλά όλες του οι λειτουργίες στρέφονται γύρω από την αυτοσυντήρηση και επιβίωσή του, γύρω από τις επιθυμίες και τους φόβους του.

Άραγε, ο «άνθρωπος» δεν έχει λειτουργίες; Είναι δυνατό; Θα πρέπει να έχει. Παράδειγμα ο Ο. που, απ’ότι φαίνεται, μπορεί και αγαπά από ανθρώπινο ύψος. Τώρα, το θέμα είναι πώς να κρατιέμαι συνεχώς επάνω από το ζώο και να παρακολουθώ τα καμώματά του, χωρίς να το αφήνω να με ρίχνει κάτω και να με ποδοπατά, σφετεριζόμενο τη θέση μου, τη θέση του ανθρώπου. Με ποιο τρόπο; Νομίζω ότι μια καλή αρχή είναι αυτή που εγκαινίασα, παρακολουθώντας πως την μια τάση την διαδέχεται η αντίθετή της και πίσω πάλι από την αρχή. Αν τα καταφέρω να στέκομαι απ’ έξω και να παρακολουθώ πως το ζώο μου καλπάζει από την επιθυμία στον φόβο, τότε ίσως το εξημερώσω. Εκείνο που θέλω, βασικά είναι να μην διέπομαι από την επιθυμία – φόβο. Θέλω να ζω ελεύθερη από αυτή τη δεσμευτική κίνηση. Θέλω να λυτρωθώ από το ζώο. Θα τα καταφέρω όμως; Αυτό μόνο το μέλλον θα το δείξει.»


Τις επόμενες μέρες ένιωθε πολύ ξαλαφρωμένη. Κάτι είχε τακτοποιηθεί μέσα της κι ένιωθε σαν να είχε ξυπνήσει από βαθιά νάρκη. Η ζωτικότητά της είχε αυξηθεί. Σκέφτηκε να κάνει ένα πεντάλεπτο πείραμα, για να δει αν θα μπορούσε το εγώ, το ανθρώπινο στοιχείο, να παρακολουθήσει αντικειμενικά, επιστημονικά, τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τους φόβους και τις επιδιώξεις του ζώου μέσα της. Η παρακολούθηση ήταν τέλεια. Μόνο που το ζώο είχε κρυφτεί και δεν υπήρχε τίποτα στην οθόνη για να το παρακολουθήσει το εγώ. Κι όμως αυτά τα πέντε λεπτά δυνάμωσαν πολύ τη θέση του εγώ το ανύψωσαν αρκετά από το επίπεδο του ζώου. Υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση ανάλαφρης χαράς και ελευθερίας. Σαν να είχε λυτρωθεί από το ζώο. Την άλλη μέρα, ξανάκανε το ίδιο πείραμα, αλλά για 20 λεπτά. Και την παράλλη για 40 ολόκληρα λεπτά. Η αίσθηση της χαράς, της ελευθερίας και της ανάτασης αυξήθηκε σημαντικά. «Αντίο ζώο,» φώναξε η Θ. χαρούμενη. Δεν ήξερε ότι σύντομα θα απογοητευόταν.»


Ιερός Γάμος  3







Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Ο Μυστικός Δείπνος - μια πράξη ιερού γάμου




Salvador Dali - Τhe sacrament of the last supper


«Μα είναι φανερό ότι  ο Μυστικός Δείπνος είναι μια πράξη ιερού γάμου ανάμεσα στις δυο όψεις του Θείου, που παίρνουν τη μορφή του άρτου και του οίνου. Ο Χριστός εξηγεί στους αποστόλους Του ότι ο άρτος είναι το σώμα Του και ο οίνος το αίμα Του. Αλλά δεν εξηγεί τι είναι η σάρκα και το αίμα Του. Ίσως αυτή η ερμηνεία να αρκούσε για το σκοπό που είχε στο νου Του. Και ποιος ήταν αυτός ο σκοπός; Απ’ότι δείχνει η όλη τελετουργία, ο σκοπός ήταν να δεχθούν οι μαθητές μέσα τους τον ίδιο το Θεό στη διπλή του υπόσταση, σαν σάρκα και σαν αίμα. Μ’άλλα λόγια, τονίζει την ανάγκη της εσωτερικοποίησης του Θεού. Όμως, μέσα στο σώμα του ανθρώπου, ο άρτος δεν μένει άρτος, ούτε ο οίνος οίνος: Και οι δυο ουσίες εισέρχονται σε ένα «σάρκινο δοχείο» κι εκεί διαλύονται στα πρωτογενή συστατικά τους, γίνονται ένα αμάλγαμα που δε θυμίζει σε τίποτα πια τον αρχικό άρτο και τον οίνο. Και σ’αυτή τη μετουσιωμένη μορφή αφομοιώνονται από το ανθρώπινο ον.  Δεν είναι, λοιπόν, ότι ο Θεός ζητάει μόνο να φαγωθεί από τον άνθρωπο, αλλά να διαλυθεί στα πρωταρχικά συστατικά του, κι έτσι αλλαγμένος να αφομοιωθεί από το σύστημα του ανθρώπου και να εκφραστεί μέσα απ’αυτόν.  Ο άνθρωπος, λοιπόν, και το σάρκινο «δοχείο» του που συγκερνά και μεταστοιχειώνει το Θείο, είναι το τρίτο στοιχείο, ο μετασχηματιστής του Θεού, η «στέρνα» που μέσα της κάνουν τους γάμους τους οι δυο όψεις του Θείου.

Αλλά τι εννοούσε ο Χριστός με τη σάρκα και το αίμα Του; Και γιατί άραγε τόνισε το εξιλαστήριο έργο του αίματος, λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών;» Γιατί δεν είπε τίποτα τέτοιο για τη σάρκα Του; Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι μόνο η όψη του Θεού που συμβολίζεται με το αίμα έχει αυτή την ιδιότητα ή το λειτούργημα. Γι αυτό ήταν ανάγκη να χυθεί το αίμα Του και όχι απλώς να πέθαινε αναίμακτα. Μου’ρχεται στο νου η φράση. Ξέπλυνε τις αμαρτίες μας με το αίμα Του. Αυτό μου θυμίζει ότι οι άνθρωποι έτρεχαν παλιότερα στον Ιωάννη τον Βαπτιστή για να ξεπλύνει τις αμαρτίες τους με το νερό. Συμπεραίνω, λοιπόν, ότι το νερό και το αίμα έχουν ένα εξιλαστηριο λειτούργημα. Σώζουν τις ψυχές των ανθρώπων ξεπλένοντάς τες από τον ρύπο τους. Όταν ο Βαπτιστής είδε το Χριστό, συνειδητοποίησε ότι το δικό του βάπτισμα με το νερό ήταν κατώτερο από του Χριστού που θα τους βάπτιζε εν πυρί και πνεύματι αγίω. Δεν ανέφερε καθόλου το αίμα. Ο Χριστός, όμως, επιμένει ότι με τη θυσία του αίματός Του θα ξεπλένονταν οι αμαρτίες των ανθρώπων. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι το αίμα είναι μια ανώτερη μορφή του νερού, ακριβώς όπως το επίπεδο του Χριστού είναι πολύ υψηλότερο από εκείνο του Βαπτιστή. Ο ίδιος ο Βαπτιστής το ήξερε αυτό και είχε διστάσει να βαπτίσει ένα Ον τόσο ανώτερό του. Ο Χριστός ωστόσο, θέλησε να περάσει, συμβολικά, από την πιο χαμηλή μορφή της κάθαρσης, του εξιλασμού ή της σωτηρίας, κι ας μην την είχε ανάγκη ο ίδιος.

Ώστε λοιπόν, το νερό είναι μια μορφή του αίματος, σε χαμηλότερο επίπεδο. Στο επίπεδο του αίματος, ξέρουμε πιο είναι το αντιθετικό του συμπλήρωμα. Είναι η σάρκα. Στο χαμηλότερο επίπεδο, όμως, ποιος είναι το αντίστοιχο της σάρκας – άρτου ή το αντιποδικό συμπλήρωμα του νερού; Κάτι μου λέει ότι θα πρέπει να είναι η γη, το χώμα. Δεν λέμε για τη σάρκα, ότι είναι χώμα, λάσπη, πηλός; Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία. Στο χαμηλότερο, λοιπόν, επίπεδο, έχουμε το ζεύγος γη-νερό. Στο αμέσως επόμενο, που θα το έλεγα ενδιάμεσο ή μικτό, αφού ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, δηλαδή ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος, είναι η σάρκα και το αίμα ή ο άρτος και ο οίνος. Αλλά μας έχει δοθεί μια σαφής νυξη ότι υπάρχει κι ένα ύψιστο βάπτισμα, το βάπτισμα του πυρός ή του Αγίου Πνεύματος («αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί» Ματθαίος Γ.11) Και πραγματικά, ο Χριστός φεύγοντας υποσχέθηκε στους μαθητές Του να τους στείλει το Άγιο Πνεύμα από ψηλά, σαν ένα ανώτερο υποκατάστατο του ίδιου. Όπως και έγινε, με τις φλόγες της Πεντηκοστής. Άρα, το πυρ είναι το ανώτερο σκαλοπάτι του αίματος. Η κλίμακα αρχίζει με το νερό, προχωρεί στο αίμα και κορυφώνεται στο πυρ. Τι γίνεται, όμως, με το άλλο σκέλος; Είναι φανερό ότι αρχίζει με το χώμα (γη), προχωρεί στη σάρκα και κορυφώνεται ….. σε τι κορυφώνεται; Εδώ τα βρίσκω μπαστούνια. Σε τι κορυφώνεται αλήθεια: Δεν έχουμε καμμιά νύξη από τις Γραφές; Δυστυχώς δεν έχω διαβάσει την Παλαιά Διαθήκη. Μόνο την Καινή κι αυτήν μόλις δυο φορές. Γι αυτό δεν μπορώ να πω πως την κατέχω.

Εδώ η Θ. σταμάτησε το γράψιμο. Είχα σκαλώσει κι ένιωθε απορημένη. Δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Με το μολύβι ακόμα στο χέρι, και το τετράδιο στα γόνατα, βυθίστηκε μέσα της. Και να, σε λίγο κάτι άρχισε να διακρίνει θαμπά. Ή καλύτερα, άρχισε να νιώθει κάτι σαν ελαφρό πετάρισμα, θρόϊσμα, ψίθυρο ή πνοή. Τινάχτηκε. Είχε βρει άκρη στο μυστήριο. Έσκυψε με ζέση επάνω από το τετράδιό της και συνέχισε το γράψιμο.

Επιτέλους! Τώρα φάνηκε καθαρά ποιο είναι το αντιποδικό αντίθετο του πυρός. Είναι ο άνεμος, που μια μορφή του είναι η πνοή, το φύσημα. Για την ακρίβεια, η λέξη «πνεύμα» περικλείει την «πνοή» και είναι γνωστό ότι ο Θεός είναι Πνεύμα. Από την άλλη, δεν μπορώ να λησμονώ ότι ο Θεός είναι επίσης Αγάπη. Θεέ μου, τι αποκαλύψεις είναι αυτές! Ώστε, λοιπόν, οι δυο όψεις του Θεού είναι το Πνεύμα και η Αγάπη. Αλλά το πνεύμα, σαν πνοή, σαν φύσημα, δημιούργησε την ορατή πλάση. Άρα, η πνοή είναι ο Λόγος, αφού με το Λόγο ο Θεός δημιούργησε τους κόσμους. Ας δούνε τώρα ολόκληρη τη διάταξη:

Γη (χώμα) – Νερό
Σάρκα (άρτος) – Αίμα (οίνος)
Πνοή (ανεμος) – Πυρ
Λόγος – Αγάπη

Κάτι μου λέει ότι θα μπορούσα να προσθέσω τη Λόγχη κάτω από τον Λόγο και το Δισκοπότηρο κάτω από την Αγάπη. Αυτό ενισχύεται από το ότι ο Χριστός δεν απέδωσε στη σάρκα κανέναν εξιλαστήριο ρόλο, αφού μόνον η Αγάπη μπορεί να θυσιαστεί και να σώσει. Από την άλλη, αφού ο Λόγος δημιούργησε έναν κόσμο διττό, που κινείται ανάμεσα στη γέννηση και στο θάνατο θα πρέπει να έχει διττή φύση. Δηλαδή καταστρέφει εκείνο που δημιουργεί και δημιουργεί νέους κόσμους από τα λείψανα των κατεστραμμένων. Ο δημιουργημένος κόσμος υπόκειται στο νόμο της εφήμερης και πρόσκαιρης ζωής. Και ο Λόγος, η γενεσιουργός αιτία του, θα πρέπει να είναι η εξωτερική όψη του Θείου. Η Αγάπη, από την άλλη, πονάει ην ψυχή του ανθρώπου και θυσιάζεται για να τη σώσει από το θάνατο, δηλαδή από το νόμο που διέπει ολόκληρη τη Δημιουργία του Λόγου. Άρα, η Αγάπη εκφράζει την αθανασία, που είναι ίσως η εσωτερική όψη του Θείου.
Ας ξαναφτιάξω τώρα την κλίμακά μου:

Γη (χώμα) – Νερό
Σάρκα (άρτος) – Αίμα (οίνος)
Πνοή (άνεμος) – Πυρ
Λόγος – Αγάπη
Θάνατος – γέννηση – Αθανασία
Λόγχη – Δισκοπότηρο

Κι ανάμεσα σε αυτές τις δυο Αρχές, ο άνθρωπος, που είναι δημιούργημα και των δυο. Το σώμα του, η σάρκα του, είναι έκφραση ου Λόγου και υπόκειται στο νόμο της γέννησης και του θανάτου, η ψυχή του είναι δημιούργημα της Αγάπης και γι αυτό αθάνατη.

Ο Λόγος και η Αγάπη είναι δυο αντιθετικές ή αντιποδικές Αρχές που ζητούν να ενωθούν. Στην περιοχή του Θείου, αν δεχθούμε ότι το Θείο είναι μια Τριάδα, θα πρέπει να τελούν τους γάμους τους στο Τρίτο Πρόσωπο της Τριάδας. Στην περιοχή της Δημιουργίας, αυτή η σύνθεση συντελείται μέσα στον μετασχηματιστή του ανθρώπου, του μικρόκοσμου.


Η Θ. έβαλε στην άκρη το μολύβι και το τετράδιό της, μ’έναν στεναγμό ανακούφισης. «Ελπίζω τώρα να ολοκληρώθηκε αυτό το ακανθώδες θέμα», συλλογίστηκε. 


Ιερός Γάμος  2











Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Ο Ερωτας - πορθμέας για την υπερβατική ύπαρξη



«Ζούμε την αλχημεία των Ιερών Γάμων μας,» σκέφτηκε. «Τη μίξη των πιο μύχιων και αγνών στοιχείων μας. Και μ’αυτή τη μίξη, μ’αυτή την ιερογαμία, εισχωρούμε σε περιοχές πέρα από τον Έρωτα, εξερευνούμε χώρους εφτασφράγιστους στους ανέραστους.

Με «ανέραστους» εννοούσε όσους δε ζούσαν την εσωτερική ιερογαμία.

«Τώρα αρχίζω να υποπτεύομαι το ρόλο του Έρωτα,» συλλογίστηκε. «Ο έρωτας δεν είναι για δική μας ευχαρίστηση, για να δώσει μια νότα χαράς στην άχαρη ύπαρξη των ανθρώπων, αλλά ένα μέσο, ένας Πήγασος, ένας πορθμέας, που οδηγεί την ιερογαμική ενότητα δυο ετεροφύλων σε περιοχές της αόρατης πραγματικότητας απροσπέλαστες στους ασυντρόφευτους. Είναι ένα μέσο που οδηγεί στην υπερβατική ύπαρξη.»

Η ιερότητα της ιερογαμίας την έκανε να ριγήσει.
Ο χρόνος πέρασε χωρίς να τον καταλάβουν. Ήταν αργά όταν πήραν το δρόμο του γυρισμού. Κρατιόνταν απ’το χέρι και κοιτάζονταν στα μάτια, με μυστική συγκίνηση, προϊόν των διαπιστώσεων που είχαν κάνει.

Ήταν φανερό ότι ενώ τα σώματά τους ήταν στη γη, ενώ η κάθε μέρα τους ήταν βυθισμένη στις ασχήμιες (και στις ομορφιές) της γήινης διάστασης, το είναι τους ζούσε και ξεδιπλωνόταν σε μια περιοχή που της ταίριαζε το όνομα αιωνιότητα. Πόσο λάθος έχουν όσοι φαντάζονται ότι η αιωνιότητα είναι μια στατική κατάσταση! Ο ΚΑ. και η Θ. ωστόσο, ήξεραν, από πρώτο χέρι, τη δυναμική ή κινητική πλευρά της.»


Ιερός Γάμος 4






Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Η συνειδητή αγάπη είναι καρπός τέχνης







Χρόνια αργότερα, έπεσε στα χέρια της Θ. ένα κείμενο που επικύρωνε τις δικές της διαπιστώσεις στο θέμα σεξ – έρωτας – αγάπη – πυρηνική αγάπη. Ο τίτλος του βιβλίου ήταν «Αγάπη» και το είχε γράψει ο Άλφρεντ  Ρίτζαρντ  Όραζ. Να τι είχε διαπιστώσει ο ίδιος.


«Πρέπει να μάθετε να ξεχωρίζετε τουλάχιστο ανάμεσα σε τρία είδη αγάπης – αν και υπάρχουν συνολικά επτά – στην ενστικτώδη, τη συναισθηματική και τη συνειδητή αγάπη. Ασφαλώς μπορείτε εύκολα να διακρίνετε τα δυο πρώτα είδη, αλλά το τρίτο είναι σπάνιο και εξαρτάται από την προσπάθεια και τη νοημοσύνη του ανθρώπου. Η ενστικτώδης έλξη είναι χημική. Όλη η βιολογία είναι χημεία. Και οι συγγένειες της ενστικτώδους έλξης, που εκδηλώνονται σε διάφορους χημικούς συνδυασμούς, όπως η λεγόμενη «αγάπη», το φλέρτ, ο γάμος, τα παιδιά και η οικογένεια, δεν είναι παρά το ανθρώπινο ισοδύναμο ενός χημικού εργοστασίου.

Η συναισθηματική αγάπη δεν έχει τις ρίζες της στη βιολογία. Ο χαρακτήρας της και η κατεύθυνσή της συχνά είναι αντίθετα στη βιολογία. Συνήθως είναι η αμοιβαία έλξη ανομοιοτήτων και βιολογικών ασυμφωνιών. Όταν δεν συνοδεύεται από ενστικτώδη αγάπη – και σπάνια συνοδεύεται – δεν καταλήγει συνήθως σε τεκνογονία. Αλλά και όταν καταλήγει, δεν εξυπηρετεί βιολογικούς σκοπούς.»

«Η συνειδητή αγάπη είναι σπάνιο φαινόμενο. Και είναι σπάνιο επειδή η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων είναι παιδιά που θέλουν να αγαπηθούν, χωρίς να μπορούν να αγαπήσουν. Έπειτα, κανείς δεν πιστεύει ότι ο στόχος της αγάπης είναι η τελειότητα – αν και μόνον αυτή διακρίνει την ενήλικη από την παιδαριώδη ή ζωώδη αγάπη. Πέρα από αυτό, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι είναι καλό για εκείνους που αγαπούν. Η συνειδητή αγάπη δεν είναι συμπτωματική, αλλά προϊόν ενσυνείδητης εκλογής.»

«Χωρίς να ντρέπονται, οι άνθρωποι παινεύονται ότι έχουν αγαπήσει, ότι αγαπούν ή ότι ελπίζουν να αγαπήσουν. Λες και είναι αρκετή η αγάπη ή σαν να μπορεί να καλύψει ένα πλήθος από αμαρτίες. Αλλά η αγάπη, όταν δεν είναι συνειδητή – δηλαδή ταυτόχρονα σοφή και δυνατή – είναι ή μια βιολογική συγγένεια ή μια συναισθηματική ομοιογένεια, δηλαδή και στις δυο περιπτώσεις ανεξέλεγκτη, μη- συνειδητή. Και σε μια τέτοια κατάσταση, ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος ή στον εαυτό του ή στον άλλο ή και στους δυο. Τότε είναι πολωμένος σε μια τυφλή φυσική δύναμη που υπηρετεί τους δικούς της σκοπούς, ενάντια στο ανθρώπινο ον. Είναι φορτισμένος με την ενέργειά της. Και θα είναι τυχερός αν δεν βλάψει κάποιον με τη δυναμίτιδα που επιπόλαια μεταφέρει μέσα του. Η αγάπη χωρίς σοφία και δύναμη είναι δαιμονική. Χωρίς σοφία μπορεί να καταστρέψει το άλλο πρόσωπο. Οι άνθρωποι θα πρέπει να παρακαλούν να γλυτώσουν από την εμπειρία της αγάπης που της λείπει η σοφία και η δύναμη.»

«Όλοι όσοι αγαπούν αληθινά είναι άτρωτοι σε όλους εκτός από το αγαπημένο πρόσωπο. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα επιθυμίας ή προσπάθειας, αλλά αποκλειστικά ολοκληρωμένης αγάπης. Το θέμα δεν είναι να νικήσει κανείς τον πειρασμό, αλλά να μην τον νιώθει. Η απιστία δεν οφείλεται στον πειρασμό, αλλά σε αδιαφορία για το «αγαπημένο» πρόσωπο.»

«Ενώ δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει σχέση ανάμεσα στην αγάπη και στα παιδιά, υπάρχει οπωσδήποτε σχέση ανάμεσα στην αγάπη και στη δημιουργία. Η αγάπη υπάρχει για τη δημιουργία. Η παραγωγή παιδιών είναι η ειδική λειτουργία της ενστικτώδους αγάπης. Αυτό είναι το επίπεδό της. Αλλά επάνω και κάτω από αυτό το επίπεδο λειτουργούν άλλα είδη αγάπης. Τα παιδιά δεν αποτελούν ούτε το σκοπό ούτε τη λειτουργία της συνειδητής αγάπης, αφού ο σκοπός της είναι να επιφέρει αναγέννηση ή πνευματική παιδικότητα. Η δημιουργία ενός τέτοιου πνευματικού παιδιού μέσα στους δυο αγαπημένους αποτελεί την ιδιαίτερη λειτουργία της συνειδητής αγάπης.»

«Δεν είμαστε ένας, αλλά τρεις σε έναν. Και αυτό απεικονίζεται στη φυσιολογία μας. Τα τρια κύρια συστήματα, το εγκεφαλικό, το νευρικό και το ενστικτώδες, συνυπάρχουν. Που και που δίνουν την εντύπωση πως συνεργάζονται αλλά τις περισσότερες φορές συγκρούονται, επειδή επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς. Τρεις εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι υπάρχουν ταυτόχρονα μέσα μας και ο καθένας τους έχει τις δικές του ιδέες για το πώς θα έπρεπε να λειτουργεί ο οργανισμός. Το ένα σύστημα επεμβαίνει ση δουλειά του άλλου. Σε ένα τέτοιο άτομο, ποιος ή τι είναι εκείνο που ερωτεύεται; Σπάνια συμπίπτει να είναι και οι τρεις ταυτόχρονα ερωτευμένοι ή με το ιδιο πρόσωπο.  Ο ένας αγαπά, ο άλλος όχι. Έτσι ο άνθρωπος οδηγείται σε απιστία, σε ψεύδη, σε απάτες.»

«Η εγκράτεια είναι υπόθεση τόσο των αισθήσεων όσο και των οργάνων και βασικά των ματιών, μέσα από κάθε αίσθηση εκλύεται ενέργεια ποικίλης υφής. Η αγνότητα των αισθήσεων δεν είναι φυσική σε όλους. Οι πολλοί θα πρέπει να αγωνιστούν για να την αποκτήσουν. Στον πολιτισμό που κάποτε άνθιζε εκεί που σήμερα ορθώνεται η Βαγδάτη, η αγνότητα των αισθήσεων διδασκόταν. Από την παιδική ηλικία γύμναζαν προσεκτικά την κάθε αίσθηση. Είχαν ανακαλύψει ασκήσεις που με τη βοήθειά τους οι μαθητές μπορούσαν να διακρίνουν τις διάφορες επιδράσεις από τα αισθητήρια όργανα είτε αυτά ερεθίζονταν διανοητικά, είτε συναισθηματικά, σεξουαλικά ή ερωτικά.»

«Η συνειδητή αγάπη δεν είναι έργο της Φύσης. Είναι καρπός τέχνης, αυτοεκπαίδευσης. Όλοι οι άνθρωποι την επιθυμούν, ακόμα και οι πιο κυνικοί. Αλλά αφού σπάνια συμβαίνει τυχαία και κανείς δεν έχει δημοσιεύσει τον τρόπο που οδηγεί στη δημιουργία της, η τεράστια πλειοψηφία αμφιβάλλει ακόμα και για τη δυνατότητα μιας τέτοιας κατάστασης. Κι όμως, η αγάπη αυτή είναι υπαρκτή, αρκεί να εκπαιδευτεί κανείς να τη ζήσει. Μπείτε σε αυτά τα μαγεμένα δάση όσοι έχετε την τόλμη. Οι θεοί αγαπιούνται μεταξύ τους συνειδητά. Όσοι αγαπούν συνειδητά, γίνονται θεοί.»



Ιερός Γάμος 3





Διαβάστε επίσης :














Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Περί έλξης πλανητών και ανθρώπων




«Της ήρθε στο νου ο ήλιος, οι πλανήτες, οι άλλοι ήλιοι. Ο ήλιος του δικού μας συστήματος δεν έχει σχέση ισότητας με τους πλανήτες του. Αν οι πλανήτες νιώθουν ακατανίκητη έλξη προς αυτόν, είναι επειδή δεν έχουν φως και το παίρνουν απ’αυτόν. Ο ίδιος δεν έχει ανάγκη από την έλξη τους. Αν υποτεθεί ότι εξαφανίζονται οι πλανήτες, εκείνος θα συνεχίσει να είναι πηγή φωτός. Αλλά αν υποτεθεί ότι έρχεται σε επαφή με κάποιον άλλο ήλιο, ίσης ισχύος, τότε θα μπορούσε να βιώσει μια σχέση ισορροπίας και αμοιβαιότητας. Κανένας από τους δυο ήλιους δεν θα χρειαζόταν τον άλλο για να φωτιστεί. Η ένωσή τους θα κατέληγε σε μιαν αύξηση της φωτεινής τους σφαίρας, ποιος ξέρει για ποιόν απώτερο σκοπό.

Η Θ. συνέχισε τους συλλογισμούς της και διέκρινε τριών ειδών έλξεις. Πρώτα, την έλξη ανάμεσα σε δυο αδρανή, παθητικά, σκοτεινά σώματα, όπως π.χ. ανάμεσα σε δυο πλανήτες. Η έλξη τους είναι έλξη ομοιογένειας και η ένωσή τους ένωση δυο αδρανών μονάδων. Έπειτα έρχεται η ετερογενής έλξη ανάμεσα σε δυο ανόμοια σώματα, όπως π.χ η έλξη των αδρανών και σκοτεινών πλανητών προς το φωτεινό σώμα του ήλιου. Και μια τρίτη σχέση ομοιογένειας, ανάμεσα σε δυο φωτεινά σώματα. Το κάθε είδος ένωσης εξυπηρετεί διαφορετικές σκοπιμότητες.

Το πρώτο είναι μάλλον μια άγονη έλξη, αφού πολλαπλασιάζει και αυξάνει το σκότος και την αδράνεια. Τα άτομα αυτά δεν ελκύονται από το φως, δεν ωθούνται από τον πόθο να φωτίσουν το σκοτάδι τους, δεν έχουν μέσα τους τίποτα από τον έρωτα του Ίκαρου για τον ήλιο. Ο έρωτάς τους εξυπηρετεί το σκοτάδι της ύλης, της αδράνειας, της παθητικότητας.
Τα άτομα – πλανήτες, από την άλλη, στρέφονται γύρω από κάποια φωτεινή πηγή, λούζονται στο φως της και δανείζονται ζωή απ’αυτή. Εξαρτώνται από μιαν Αρχή ανώτερη και ισχυρότερή τους.
Ενώ στα φωτεινά άτομα, στα άτομα – πηγές φωτός, ταιριάζει ένας ερωτικός σύντροφος όμοιός τους. Η αυτοτέλειά τους δεν τους επιτρέπει οριστική σχέση παρά μόνο με ένα ον όμοιό τους.»





Σοφία  Άντζακα - Ιερός Γάμος 5








Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Η σεξουαλική λειτουργία επιδιώκει την τελειότητα





Το παρακάτω απόσπασμα το παραθέτει η Σοφία στο βιβλίο της "Η αποκατάσταση του Εωσφόρου".






"Μια μέρα ο Λέσλι συνάντησε τη γυναίκα της ζωής του. Την έλεγαν Μάργκαρετ. Ήταν όμορφη και μεγαλύτερή του. Και για κείνην ο Λέσλι ήταν ο άντρας της ζωής της. Μας κάνει εντύπωση η περιγραφή της θηλυκότητάς της, όχι απλώς επειδή έμοιαζε με φιγούρα του 18ου αιώνα, αλλά επειδή η θηλυκότητα της διαφοροποιόταν από την εσωτερική της ακτινοβολία. Όσο γι αυτή την τελευταία ο συγγραφέας παρατηρεί τα παρακάτω:

«… Ήταν μια από κείνες τις γυναίκες που γεννιούνται κάτω από έναν ειδικό συνδυασμό πλανητών χάρη στον οποίο είναι ανοιχτές σε επιδράσεις από τις περιοχές του θαυμαστού και του απίθανου.»

Σ’αυτές ακριβώς τις εσωτερικές περιοχές συναντήθηκαν και έκαναν τους «Ιερούς Γάμους» τους. Αυτές οι ενώσεις κατάγονται από την παρόμοια «ιερογαμία» των Πρωτόπλαστων και μεταφέρουν τους εραστές στον αρχικό Παράδεισο. Μόνον αυτοί οι γάμοι, οι «Ιεροί», είναι πραγματικοί γάμοι.

Οι άλλοι, οι γάμοι από σωματική έλξη και μόνο, από σαρκικό πόθο, είναι άκυροι στην ουσία, επειδή δεν γίνεται καμία διασταύρωση ή σύμμειξη ανάμεσα στους δυο συζύγους. Μένουν βασικά χωρισμένοι και ξένοι.

Έχουμε την υποψία ότι όταν η Βίβλος προστάζει «Ου μοιχεύσης», θα πρέπει να εννοεί, να μην νοθεύσει κανείς την κατάσταση του Ιερού Γάμου. Στο σωματικό γάμο μοιχεία δεν υπάρχει, αφού δεν είναι καθόλου γάμος. Όσο για το γνωστό «ους ο Θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτω», αναρωτιέται κανείς πόσους συζύγους έχει πραγματικά «συζεύξει» ο Θεός και πόσους ο Διάβολος, αφού η πλειονότητα των «γάμων» στηρίζεται στη σωματική έλξη και μετριούνται στα δάχτυλα οι πραγματικοί γάμοι της ψυχής και του πνεύματος.

Επάνω σ’αυτό το φλέγον ζήτημα, έχει πολλά να μας πει ο Ρόντνευ Κόλλιν στο βιβλίο του «Η Θεωρία των Ουράνιων Επιδράσεων». Από το κεφάλαιο «Το σεξ σαν αναζήτηση της τελειότητας» παραθέτουμε τα παρακάτω αποσπάσματα:

«Εξετάσαμε το σεξ σαν τη λειτουργία εκείνη που, αν λειτουργήσει σωστά, εναρμονίζει ή συντονίζει όλες τις άλλες λειτουργίες του ατόμου. Με άλλα λόγια, έχει τη δυνατότητα να κάνει όλες τις λειτουργίες και διεργασίες να συμφωνήσουν κι έτσι συντονισμένες να πραγματοποιήσουν τις ύψιστες δυνατότητες του διαθέσιμου υλικού.

Αλλά αυτή η συντονιστική ικανότητα έχει και μιαν άλλη πλευρά. Από την ίδια της τη φύση, η σεξουαλική λειτουργία επιδιώκει την τελειότητα. Όχι μόνο επιδιώκει να δημιουργήσει αρμονία ανάμεσα στις άλλες λειτουργίες στον ίδιο τον οργανισμό, αλλά επίσης να συμπληρώσει την κάθε μια από αυτές τις λειτουργίες, να τους δώσει ό,τι τους λείπει, να καλύψει κάθε ανεπάρκεια και έτσι να δημιουργήσει ένα τέλειο σύνολο. Αυτό το τέλειο σύνολο γίνεται με την ανακάλυψη ενός άλλου όντος που να μπορεί να προμηθέψει ακριβώς αυτό που λείπει από τον δικό του οργανισμό, από λειτουργία σε λειτουργία και που, συνδυασμένο μαζί του, θα αποτελέσει τον πλήρη ή τέλειο άνθρωπο. Επομένως, το σεξ είναι κυριολεκτικά η λειτουργία με την οποία, για να θυμηθούμε τον Πλάτωνα, «οι ψυχές αναζητούν ο άλλο μισό από το οποίο χωρίστηκαν τη στιγμή της δημιουργίας.»

(…)

«Από την άλλη, με το σεξ – όταν είναι αγνό και όχι διεστραμμένο – μπορούν οι άνθρωποι να καταλάβουν τους μεγαλύτερους νόμους του σύμπαντος άμεσα και δικαιωματικά, θα λεγε κανείς. Με αυτή τη δύναμη, αν την σεβαστούν, μπορούν να διακρίνουν τι είναι καλό και τι κακό για τους ίδιους. Με αυτή τη δύναμη, αν τους αφήσουν να τους διδάξει, μπορούν να οδηγηθούν στο δρόμο της ανθρώπινης ανάπτυξης, περνώντας μέσα από όλους τους τύπους μέχρι την τελειότητα. Με αυτή τη δύναμη, αν διαλύσουν ό,τι αρνητικό μπορεί να την επηρεάσει, τους επιτρέπεται να γευτούν, σε σύντομες στιγμές και σε μια συνάρτηση, εκείνες τις καταστάσεις της έκστασης και της ενότητας που ανήκουν στη φύση της ανώτερης συνείδησης.»

«Με το αγνό σεξ, ο συνηθισμένος άντρας μπορεί να κερδίσει, σε μια στιγμή, αυτό που ο ασκητής το πετυχαίνει ύστερα από χρόνια αυταπάρνησης, αυτό που ο άγιος προσεύχεται μιαν ολόκληρη ζωή για να το νιώσει. Αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι προσεγγίζει το σεξ ήδη ελεύθερος από φόβο, από βιαιότητα και από απληστία. Επίσης με την προϋπόθεση ότι δεν θα αρνηθεί μετά, ό,τι έμαθε με το σεξ, αλλά ότι αντίθετα θα αφήσει την κατανόηση που κέρδισε με το σεξ να διαπεράσει όλες τις πλευρές της ζωής τους, να τις μαλακώσει, να τις εναρμονίσει και να τις πλουτίσει.»

«Για τον άντρα, η γυναίκα πρέπει να είναι η υπόμνηση του τόπου της προέλευσής του. Για τη γυναίκα, ο άντρας, πρέπει να είναι η υπόμνηση του τελικού προορισμού της. Και οι δυο μαζί πρέπει να θυμίζουν, ο ένας στον άλλο την αρχή και το τέλος, το όλο και την τελειότητα.»


Η αποκατάσταση του Εωσφόρου